Είναι 1η Σεπτεμβρίου, νωρίς το απόγευμα και ανηφορίζω προς το Forest Park. Ο κόσμος άρχισε να εγκαταλείπει τις Πλάτρες, βλέπετε οι δόξες της δυστυχώς διαρκούν μόνο δεκαπέντε άντε το πολύ είκοσι μέρες πλέον. Οι μυρωδιές όμως έμειναν οι ίδιες από παλιά. Εκείνες οι όμορφες μυρωδιές από τα πεύκα και τα λουλούδια που ξυπνούν όλες τις αισθήσεις αλλά και όλες τις μνήμες…. είναι οι ίδιες με αυτές που μυριζόμουν πριν από τόσα χρόνια, τότε που ερχόμουν τα καλοκαίρια για να δω τη γιαγιά.
Η γιαγιούλα μου, η Ερμούλα, μια απλοϊκή και γλυκύτατη γιαγιούλα, ταλαιπωρημένη από την πολλή δουλειά και τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε. Είχε παντρευτεί τον παππού, τον Μελή, ένα λεβεντάνθρωπο από το Πελένδρι και είχαν στήσει το σπιτικό τους στις Πλάτρες, στο χωριό της γιαγιάς. Ο παππούς άνοιξε ένα εστιατόριο, απέναντι από το σημερινό ξενοδοχείο «Πεντέλη» και η γιαγιά έφτιαχνε τα πιο εύγευστα φαγητά. Τα δε γλυκά της ήταν τα πιο φημισμένα της περιοχής. Πάντα κέρδιζε τα βραβεία σε διαγωνισμούς για το καλύτερο γλυκό του κουταλιού. Θυμάμαι το σπίτι τους γεμάτο σιουσιούκους κρεμασμένους από την οροφή.
Από το μεσημέρι λοιπόν μέχρι και αργά το βράδυ ήταν στο εστιατόριο. Κοιμόντουσαν για 3 – 4 ώρες και ξυπνούσαν για να πάνε προτού ξημερώσει στο Πέρα Πεδί να φροντίσουν τα αμπέλια τους. Δούλευαν σκληρά για να μεγαλώσουν τα δύο τους παιδιά, τη μητέρα μου και τον αδελφό της. Ήθελαν να τους δώσουν όσα εκείνοι στερήθηκαν. Ο παππούς μου ήθελε να δει το γιο του γιατρό και την μητέρα μου τουλάχιστον απόφοιτο ενός πολύ καλού Σχολείου. Έτσι είχε στείλει τον θείο μου στη Λευκωσία όπου αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και τη μητέρα μου στη Λεμεσό εσώκλειστη στο Σχολείο των Καλογραιών.
Περνώ έξω από την είσοδο του Forest Park και η μνήμη μου με πηγαίνει στις καλοκαιρινές διακοπές, τότε που ήμουν μαθήτρια του Λυκείου και δίναμε ραντεβού με την παρέα μου τα πρωινά στην πισίνα του Forest Park και τα απογεύματα στο Le Marquis για να παίξουμε μπιλιάρδο και ηλεκτρονικά…. Τι όμορφα χρόνια… αξέχαστα.
Προχωρώ και βλέπω τα υπέροχα σπίτια του «πάνω δρόμου». Υψώνονται επιβλητικά… απόμακρα και ταυτόχρονα τόσο ζεστά… περιμένοντας τους ιδιοκτήτες τους να τα ανοίξουν έστω 2 – 3 φορές το χρόνο, να ανάψουν όλα τα φώτα και να γεμίσουν κόσμο.
Προχωρώ αφήνοντας πίσω μου το ξενοδοχείο Semiramis και το Edelweiss. Στους κήπους τους κάθονται κυρίως ηλικιωμένοι. Οι περισσότεροι έστησαν καρεδάκι για να περάσει η ώρα και να θυμηθούν τα παλιά. Άνθρωποι που είχαν τη χαρά να ζήσουν τις Πλάτρες όταν έσφυζαν από ζωή ολόχρονα.
Φθάνω στην κοιλάδα και κατηφορίζω προς τον κύριο δρόμο των Πλατρών. Περνώ έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό. Εκεί κάνω μια στάση και φέρνω στο νου μου τη διήγηση της μητέρας μου από τις μνήμες της εποχής του Απελευθερωτικού Αγώνα.
Τότε στα σπίτια που βρίσκονται πίσω από τον Αστυνομικό Σταθμό στεγάζονταν τα κρατητήρια των Άγγλων. Εκεί όπου βασάνιζαν τους αγωνιστές μας. Εκεί είχαν πάρει νεκρό και τον θείο της μητέρας μου, τον Σωτήρη Τσαγκάρη, γαμπρό του παππού μου. Τον είχαν δέσει πάνω σ’ ένα σταυρό και είχαν φωνάξει τον παππού μου να τον αναγνωρίσει. Στη θέα του σκοτωμένου γαμπρού του κατάρρευσε και τότε άρχισαν τα σοβαρά προβλήματα υγείας. Η αδελφή του και σύζυγος του α. Σωτήρη Τσαγκάρη ήταν ετοιμόγεννη το τέταρτό τους παιδί. Ο παππούς μου έφυγε από κοντά μας όταν εγώ ήμουν πολύ μικρή.
Συγκινημένη προχωρώ πιο κάτω και φθάνω στο εστιατόριο του παππού μου. Το είχε αφήσει όταν επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας του και τώρα το διαχειρίζεται κάποιος άλλος. Συνεχίζω να θυμάμαι τη διήγηση της μητέρας μου. Τότε λοιπόν οι Πλάτρες ήταν μοιρασμένες με συρματόπλεγμα. Από το ξενοδοχείο «Πεντέλη» προς το Κοινοτικό Συμβούλιο υπήρχε ελεύθερη διακίνηση. Από το Πεντέλη προς τον Αστυνομικό σταθμό η περιοχή ήταν κλειστή και χρειαζόταν πάσο για να περάσει κάποιος. Το συρματόπλεγμα χώριζε και την αυλή του εστιατορίου του παππού μου. Εκεί πήγαιναν οι συγγενείς των κρατουμένων και ο παππούς μου τους φιλοξενούσε και έκανε το παν για να μάθει τι γινόταν και ποια θα ήταν η τύχη τους. Οι κάτοικοι των Πλατρών είχαν πολύ σημαντική δράση κατά τη διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνα ’55 – ’59 και στην περιοχή Τροόδους και Πιτσιλιάς έχασαν τη ζωή τους σε μάχες πολλοί ήρωές μας.
Η διήγηση της μητέρας μου αναμειγνύεται ξαφνικά με τις δικές μου θύμισες, τις θύμισες από την βάπτισή μου που έγινε στις Πλάτρες όταν ήμουν τριών σχεδόν τεσσάρων χρονών. Τόσο ήμουν όταν με είχαν φέρει οι γονείς μου από την Αμερική όπου είχα γεννηθεί αφού εκεί ειδικευόταν ο πατέρας μου. Εκεί στο εστιατόριο του παππού μου ακολούθησε το γλέντι της βάπτισης. Την ίδια μέρα βαπτίστηκε και το άλλο εγγόνι του παππού μου, ο γιος του αδελφού της μητέρας μου και Νόνού μου, που φέρει και το όνομα του παππού μου. Βαφτιστήκαμε μαζί. Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα όμως είμαι σίγουρη ότι ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα του παππού και της γιαγιάς. Είχαν τα παιδιά τους που κατάφεραν να τα δουν όπως ονειρεύτηκαν και τα εγγόνια τους, μια μονιασμένη και ευτυχισμένη οικογένεια. Τι άλλο να ήθελαν από τη ζωή.
Προχωρώ, περνώ τα Γραφεία του Κοινοτικού Συμβουλίου, της Α.Η.Κ, του Πολιτιστικού Κέντρου «Γιώργος Σεφέρης». Οι Πλάτρες τιμούν το Γιώργο Σεφέρη ανταποδίδοντας την τιμή που τους έκανε, να τις αναφέρει στο ποίημά του «Ελένη» από
την ποιητική του συλλογή «Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν…», το οποίο εμπνεύστηκε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις Πλάτρες…
«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουν να κοιμηθείς στις Πλάτρες».
«Ποιες είναι οι Πλάτρες; Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;
Έζησα τη ζωή μου ακούγοντας ονόματα πρωτάκουστα:
καινούριους τόπους, καινούριες τρέλες των ανθρώπων ή των θεών∙»
Πόσες αλήθειες κρύβει αυτό το ποίημα….
«……κι εμείς σφαζόμασταν για την Ελένη δέκα χρόνια.
…..Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.
Τόσα κορμιά ριγμένα
στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης∙
τόσες ψυχές
δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.
Κι οι ποταμοί φούσκωναν μες στη λάσπη το αίμα
για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη
μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου
για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.
Κι ο αδερφός μου;
Αηδόνι αηδόνι, αηδόνι,
τ’ είναι θεός; τι μη θεός; και τι τ’ ανάμεσό τους;
Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουν να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»
Έχω στο νου αυτούς τους στίχους και ακούω το νερό που ρέει στα ρυάκια κάτω από το δρόμο…. Τι υπέροχος ήχος…. Μαζί με τα αηδόνια και τη μυρωδιά των δέντρων και των λουλουδιών είναι ένα όνειρο…. Μαγεία.
Φθάνω στο σπίτι και η βόλτα μου στο παρελθόν εδώ τελειώνει…. Φέτος δεν έκανα διακοπές όμως αυτός ο περίπατος κατάφερε να μου γεμίσει τις μπαταρίες και κυρίως κατάφερε να με κάνει να συνειδητοποιήσω ότι ένας απλός περίπατος σε μέρη γεμάτα αναμνήσεις έστω και αν κάποιες από αυτές δεν είναι τόσο καλές, μπορεί να είναι χίλιες φορές καλύτερος από τις πιο ακριβές διακοπές….
Καλό Φθινόπωρο και καλή συνέχεια.