Η κακοποίηση μεταξύ συζύγων είναι ίσως ένα χιλιοειπωμένο θέμα και αυτό διότι είναι ένα πρόβλημα το οποίο εμφανίζεται σε κάθε κοινωνία και σε όλες τις κοινωνικές τάξεις.
Το μυστήριο και ο θεσμός του γάμου είναι ιερός. Είναι το θεμέλιο για την ίδρυση μιας οικογένειας και για να δημιουργηθεί μια σωστή οικογένεια χρειάζεται ανάμεσα στους συζύγους να υπάρχει αγάπη, κατανόηση, στοργή και κάθε όμορφο συναίσθημα που μπορεί να υπάρξει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που αποφασίζουν να ενώσουν το υπόλοιπο της ζωής τους. Διαφορετικά θα έχουμε ένα αρρωστημένο γάμο, ένα γάμο που αντί για πηγή ζωής και αγάπης θα καταλήγει να γίνει πηγή μίσους. Και ο καθένας από τους συζύγους θα ξεσπά με άσχημους τρόπους στον άλλο ανάλογα με τον χαρακτήρα τους και το αποτέλεσμα ίσως να είναι η κακοποίηση.
Η κακοποίηση μεταξύ συζύγων δεν είναι ένα σύγχρονο φαινόμενο. Υπήρχε και στα πολύ παλιά χρόνια, τότε που ο άνδρας ήταν ο αρχηγός της οικογένειας και η γυναίκα έπρεπε πάντα να εξαρτάται από αυτόν.
Ο Βρετανός Φιλόσοφος J. Stewart Mill, το 1869 έγραφε σχετικά ότι «σ’όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες από τα πολύ παλιά χρόνια, η γυναίκα βρισκόταν κάτω από το ζυγό του άνδρα, που μέσα από το θεσμό του γάμου μπορούσε να είχε το αναμφισβήτητο δικαίωμα να διαπράξει κάθε είδους βιαιότητα, καθιστώντας έτσι τη γυναίκα θύμα, με την άσκηση πάνω της κάθε είδους βαναυσότητας χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να διωχθεί νομικά και ποινικά.»
Τότε η κακοποίηση δεν ήταν μεταξύ συζύγων αλλά λάμβανε χώρα με τη γυναίκα στο ρόλο του θύματος και τον άνδρα στο ρόλο του θύτη.
Σήμερα όμως που ζούμε σε μια κοινωνία που επικρατεί η ισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα και ο άνδρας έχει πάψει και νομικά πλέον να χαρακτηρίζεται ως ο αφέντης που εξουσιάζει τη σύζυγό του παρατηρείται και το φαινόμενο της κακοποίησης του άνδρα από τη σύζυγό του.
Έτσι φθάσαμε δυστυχώς στο σημείο να πιστεύουμε ότι αφού οι γυναίκες έχουν ίσα δικαιώματα με τους άνδρες, τότε έχουν και το δικαίωμα να κακοποιεί ο ένας σύζυγος τον άλλο και αυτή η κακοποίηση συνήθως να είναι το αποτέλεσμα άλλων προβλημάτων που μπορεί να υπάρχουν στην οικογένεια όπως για παράδειγμα το οικονομικό.
Όμως πέρα από την καθιέρωση της γυναίκας ως ενεργό μέλος κάθε κοινωνίας, ο άνδρας εξακολουθεί να είναι το ισχυρότερο και η γυναίκα το ασθενέστερο φύλο. Εξάλλου το πρόβλημα της κακοποιημένης γυναίκας συνδέεται με τις κινήσεις για ισότητα και εμφανίζεται γύρω στο 1970. Επικρατεί δε η άποψη ότι η άσκηση βίας θεωρείται ως μέσο κοινωνικού ελέγχου της γυναίκας από τον άνδρα.
Έτσι παρατηρούνται περισσότερες περιπτώσεις κακοποιημένων γυναικών από το σύζυγό τους παρά το αντίστροφο.
Η κακοποίηση της γυναίκας δεν είναι ένα φαινόμενο που παρουσιάζεται ξαφνικά, αλλά οι βάσεις τίθενται, ίσως και πριν από το γάμο και αυτές οι βάσεις είναι μια μικρή διαφωνία, κάποιο ελαττωματικό στοιχείο στον χαρακτήρα του άνδρα, που στην αρχή φαίνεται μικρό και πολλά μικρά και ασήμαντα που όσο περνά ο καιρός και η γυναίκα κάνει υπομονή με την ελπίδα ότι όλα είναι προσωρινά και κάποτε θ’αλλάξουν αυτά μεγαλώνουν και καταλήγουν στην κακοποίηση.
Η Ψυχολόγος Αγγελική Χλιόβα του Γραφείου Υποδοχής Κακοποιημένων Γυναικών της Γενικής Γραμματείας Ισότητας της Ελλάδος αναφέρει σχετικά ότι «συχνά η τάση ελέγχου και περιορισμού εκλαμβάνεται ως ενδιαφέρον, έρωτας, ζήλια».
Πολλές είναι δε οι γυναίκες που θεωρούν την κακοποίηση από το σύζυγό τους σαν μια μορφή «πειθαρχίας». Από τη σκοπιά του δράστη αυτή η «πειθαρχία» θεωρείται επιτρεπτή αν βοηθά στην επίτευξη ενός στόχου. Από τη σκοπιά του θύματος η «πειθαρχία» είναι αποδεκτή, αν αισθάνεται ότι της αξίζει ή ότι θα έχει κάποιο όφελος.
Άλλες γυναίκες αποδέχονται την κακοποίηση από τους συζύγους τους γιατί και όταν ήταν παιδιά είχαν υποστεί κάποιου είδους κακοποίηση από τους γονείς τους.
Το πρόβλημα όμως γίνεται μεγαλύτερο και δυσκολότερο όταν υπάρχουν παιδιά στην οικογένεια και η γυναίκα δέχεται την κακοποίηση από τον σύζυγό της για να μη διαλύσει την οικογένειά της και να πληγώσει τα παιδιά της, τακτική η οποία όμως είναι λανθασμένη διότι έτσι τα παιδιά αποκτούν τραυματικές εμπειρίες και την επιθυμία να εγκαταλείψουν το γρηγορότερο δυνατόν τα σπίτια τους, τα αγόρια με οποιοδήποτε τρόπο και τα κορίτσια με γάμο που συνήθως είναι αποτυχημένος και έτσι διαιωνίζεται η κατάσταση.
Η κακοποίηση των γυναικών εμφανίζεται δυστυχώς και σε ηλικιωμένα ζευγάρια. Σ’αυτές τις περιπτώσεις διαδραματίζει μεγαλύτερο ρόλο ο ψυχολογικός παράγοντας και αυτό γιατί ο άνδρας συνταξιοδοτείται και έτσι χάνει ένα βασικό μέρος της ανδρικής του ιδιότητας που θα μπορούσε να εκδηλωθεί στο επάγγελμα και στους συναδέλφους τους. Η ζωή του ζευγαριού με τον άνδρα συνεχώς στο σπίτι αλλάζει. Οι άνδρες μετά τη συνταξιοδότησή τους νιώθουν ξαφνικά ένα κενό στη ζωή τους και απαιτούν από τις συζύγους τους να τους φροντίζουν, να τους προστατεύουν και γενικά να ασχολούνται συνεχώς μαζί τους. Τυχόν άρνησή τους καταλήγει σε καβγά και ίσως σε ξυλοδαρμό.
Γίνεται γενικά αποδεκτή η άποψη ότι από τις κακοποιημένες γυναίκες πολύ λίγες είναι αυτές που καταφεύγουν στην Αστυνομία ή σε κάποια άλλη Αρχή και οι λόγοι είναι γνωστοί.
Ο κυριότερος είναι η ντροπή που νιώθουν αυτές οι γυναίκες να αναφέρουν ότι κακοποιούνται από τους συζύγους τους. Σκέφτονται τι θα πει ο κόσμος αν κάτι τέτοιο γίνει γνωστό, ότι θα γίνουν το επίκεντρο σχολιασμού από τον περίγυρο.
Άλλες πάλι δεν αναφέρουν οτιδήποτε γιατί έχουν μικρά παιδιά και φοβούνται μήπως αυτά αποκτήσουν τραυματικές εμπειρίες τόσο από τα σχόλια των γύρω τους όσο και από τυχών διαζύγιο.
Πολλές είναι και οι γυναίκες που φοβούνται ότι με το να αναφέρουν ένα τέτοιο γεγονός ο σύζυγός τους θα εξαγριωθεί ακόμα περισσότερο και τότε η κατάσταση θα είναι χειρότερη.
Όπως ανέφερα και προηγουμένως στη σύγχρονη εποχή παρατηρείται όμως και το φαινόμενο της κακοποίησης του άνδρα από τη σύζυγό του.
Φυσικά πρόκειται για σπανιότερο φαινόμενο το οποίο όμως δεν παύει να υφίσταται και συνήθως εμφανίζεται με την πρόκληση απλής σωματικής βλάβης.
Ο Καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Σταθόπουλος επισημαίνει: «τελευταία διαπιστώνω συχνότερη κακοποίηση εκ μέρους των γυναικών, μέσα από τις υποθέσεις διαζυγίων. Οι κακοποιημένοι άνδρες ντρέπονται συνήθως να καταγγείλουν τις γυναίκες για ένα αδίκημα που θίγει τον ανδρισμό τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις κοινοποιούν την κακοποίησή τους στην αίθουσα του Δικαστηρίου, όπου αντιμετωπίζεται κυρίως ως στοιχείο ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης (στο πλαίσιο διαζυγίου) και όχι ως ποινικό αδίκημα.»
Η κακοποίηση του άνδρα από τη σύζυγό του είναι σίγουρα διαφορετική από την κακοποίηση της γυναίκας από το σύζυγό της. Καταρχάς η γυναίκα στρέφεται κυρίως ενάντια στο παιδί της και σε πολύ μικρό ποσοστό ενάντια στον ερωτικό της σύντροφο, ενώ ο άνδρας στρέφεται περισσότερο κατά της ερωτικού του συντρόφου. Εξάλλου η κακοποίηση του άνδρα είναι το αποτέλεσμα της καταπίεσης και της κακοποίησης της συζύγου του από τον ίδιο. Δηλαδή, η κακοποιημένη γυναίκα κάποτε αντιδρά, ξεσπά και συνήθως πληρώνει με το ίδιο νόμισμα.
Σχετικά πρόσφατο παράδειγμα είναι η υπόθεση της Lorena Bobbit η οποία δεν σόκαρε και συγκλόνισε μόνο την Αμερική αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη. Συγκεκριμένα η Lorena είχε υποστεί στο παρελθόν ξυλοδαρμό, βιασμό και απόπειρα ανθρωποκτονίας από το σύζυγό της. Όταν είχε αποταθεί στη δικαιοσύνη το Δικαστήριο αθώωσε τον σύζυγό της από την κατηγορία της κακοποίησης της συζύγου του λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων. Η Lorena δεν τολμούσε να ζητήσει διαζύγιο γιατί ο σύζυγός της την είχε κάνει να πιστέψει ότι ήταν άσχημη και δεν θα μπορούσε να βρει κάποιον άλλο άνδρα και επίσης την απειλούσε ότι αν έφευγε θα προσπαθούσε να την βρει και θα την εξανάγκαζε να κάνει έρωτα μαζί του.
Έτσι η Lorena σε κάποια στιγμή απελπισίας, μετά από βιασμό που είχε υποστεί από τον σύζυγό της και ενώ αυτός κοιμόταν τον ευνούχισε. Το Δικαστήριο την αθώωσε με το ελαφρυντικό της προσωρινής παράνοιας, γεγονός το οποίο φανερώνει ότι οι ένορκοι έλαβαν περισσότερο υπόψιν τους την κακοποίηση που είχε υποστεί για αρκετό καιρό η Lorena από το σύζυγό της.
Όσον αφορά την Κυπριακή Νομοθεσία, πρόσφατα ψηφίστηκε και τέθηκε σε εφαρμογή ο Νόμος 119/2000 ο οποίος προνοεί για την πρόληψη της βίας στην οικογένεια και για την προστασία των θυμάτων.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου αυτού «βια σημαίνει οποιαδήποτε παράνομη πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται άμεσα σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.»
Περαιτέρω, στον όρο βία εμπίπτουν και τα αδικήματα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας ή άνδρα, τη διαφθορά νεαρής γυναίκας κάτω των 13 ετών, την απόπειρα διαφθοράς νεαρής γυναίκας ηλίθιας ή με μειωμένο νοητικό, τη συνουσία μεταξύ αρρένων, τη συνουσία διά βίας, τη βαριά σωματική βλάβη, τον τραυματισμό και ανάλογες πράξεις, την κοινή επίθεση και τις απόπειρες διάπραξης αυτών των αδικημάτων.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι αυτός ο Νόμος επιτρέπει στο Δικαστήριο να θεωρήσει τα αδικήματα που ανέφερα αυξημένης σοβαρότητας όταν αυτά διαπράττονται από ένα μέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου και δύναται να επιβάλλει ποινές μεγαλύτερες από τις προβλεπόμενες στον Ποινικό Κώδικα για το κάθε αδίκημα.
Για παράδειγμα όταν διαπράττεται το αδίκημα της συνουσίας διά βίας ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει ποινή φυλάκισης 14 ετών, ενώ όταν αυτό το αδίκημα διαπράττεται από ένα μέλος της οικογένειας εναντίον άλλου ο Νόμος 119/2000 αυξάνει την ποινή σε ισόβια φυλάκιση.
Περαιτέρω, το αδίκημα του βιασμού και της απόπειρας βιασμού όπως αυτό προβλέπεται στον Ποινικό κώδικα, δύναται να θεωρηθεί ότι έχουν διαπραχθεί από σύζυγο εναντίον συζύγου, αν με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, θα στοιχειοθετούνταν τα αδικήματα αυτά, σε περίπτωση που ο δράστης και το θύμα δεν ήταν συζευγμένοι, και τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα
Σε σχετική έρευνα που διεξήγαγε η Επιτροπή του Συμβουλίου της Ευρώπης, αποδείχθηκε ότι το 5% των γυναικών 10 Ευρωπαϊκών Χωρών έκαναν πολλές φορές έρωτα με το σύζυγό τους παρά τη θέλησή τους και ότι αυτές οι γυναίκες νιώθουν ντροπή, φόβο και οικογενειακή ανασφάλεια.
Επίσης αποδείχθηκε ότι οι άνδρες με το συζυγικό βιασμό θέλουν να δείξουν την υπεροχή τους και σε σχετική ερώτηση της έρευνας που ανέφερα οι 6 στους 10 άνδρες απάντησαν ότι οι ίδιες οι γυναίκες θέλουν το βιασμό διότι τους αρέσει.
Οφείλω να ομολογήσω ότι η Κυπριακή Νομοθεσία έκανε ένα βήμα μπροστά στην πρόληψη και την πάταξη των περιπτώσεων βίας στην οικογένεια και ειδικά στην περίπτωση του βιασμού και αυτό το αναφέρω διότι αντίθετα με την Κύπρο στην Ελλάδα δεν υπάρχει ειδική Νομοθεσία που να ρυθμίζει τις περιπτώσεις βίας στην οικογένεια και σύμφωνα με το Ελληνικό Δίκαιο τουλάχιστον ο βιασμός προϋποθέτει εξώγαμη συνουσία με αποτέλεσμα η γυναίκα ή και ο άνδρας να μην προστατεύονται από συζυγικό βιασμό. Ο κ. Κωστάκος αναφέρει σχετικά: «το 1983 συμμετείχα στην Κεντρική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή που έγινε επί Υπουργίας του Γεώργιου Μαγκάκη. Τότε, μελετήσαμε την πρόταση να επιβάλλεται ποινή σε περίπτωση βίας για σαρκική επαφή στο γάμο. Την απέρριψα όμως φοβούμενος ότι μπορεί να γίνει μέσο εκφοβισμού από τον ένα ή τον άλλο σύζυγο και πρόσχημα ανάμειξης πεθερικών, ιδίως στα χωριά και στις μικρές πόλεις όπου τα ζευγάρια ζουν συχνά μαζί τους.»
Όσον αφορά την προστασία των θυμάτων κακοποίησης ο Νόμος 119/2000 εξουσιοδοτεί τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων να διορίσει κατάλληλα πρόσωπα για να εκτελούν καθήκοντα Οικογενειακού Συμβούλου με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή των Διατάξεων αυτού του Νόμου. Περαιτέρω, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να συστήσει πολυθεματική ή πολυθεματικές ομάδες με μέλη πρόσωπα τα οποία κατέχουν τα αναγκαία προσόντα και την αναγκαία πείρα για την παροχή συμβουλών, απόψεων, γνωματεύσεων, καθώς και κάθε άλλης μορφής βοήθειας, αναφορικά με την καλύτερη μεταχείριση ανηλίκων ή άλλων προσώπων τα οποία είναι θύματα βίας στην οικογένεια. Επίσης βάσει αυτού του Νόμου συστήνεται Συμβουλευτική Επιτροπή με σκοπό την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας στην οικογένεια.
Σε συνέντευξή του ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ. Αλέκος Μαρκίδης ανέφερε ότι παρόλο τον μεγάλο αριθμό βίας στην οικογένεια οι περισσότερες γυναίκες τελικά δεν προωθούν την υπόθεσής τους με αποτέλεσμα τέτοιου είδους υποθέσεις να αποσύρονται από το Δικαστήριο.
Κατά την διαδικασία εκδικάσεως τέτοιων υποθέσεων εάν ο παραπονούμενος επιθυμεί να αποσυρθεί η υπόθεση τότε είναι υποχρεωμένος να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και ενόρκως να αναφέρει ότι δεν έχει πλέον παράπονο από το δράστη και αυτό δυστυχώς παρατηρείται συχνά.
Πολλοί Δικαστές όμως ακολουθούν την τακτική να μην αποδέχονται τέτοιου είδους ένορκη μαρτυρία, συνεπώς υποχρεώνεται ο παραπονούμενος να συνεχίσει την υπόθεσή του.
Βάσει του Νόμου η ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της φυλάκισης που έχει συνέπειες στις μεταξύ των συζύγων σχέσεις στο μέλλον και στις υποθέσεις διατροφής και γονικής μέριμνας και ίσως αυτός είναι ένας λόγος που αναγκάζει τα θύματα να αποσύρουν τις υποθέσεις τους.
Εν κατακλείδι θα ήθελα να αναφέρω ότι όλοι θα πρέπει να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε μία υγιή οικογένεια. Ο Δικαστής του Αρείου Πάγου Γεώργιος Σταθέας προτείνει ορισμένες αρχές οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν τα θεμέλια για τη σωστή δημιουργία οικογένειας και αυτές οι αρχές είναι: της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, της άμεσης συνεργασίας, της ανεκτικότητας, της προσαρμογής, της συνδιαλλαγής, του άμεσου σεβασμού, της ανταλλαγής εφοδίων, της ηδονιστικής ικανοποιήσεως των δύο συζύγων και η ύπαρξη ανεξάρτητης κατοικίας από τα άλλα μέλη της αρχικής κοινωνίας.
Σίγουρα είναι σημαντικό να εφαρμόζονται αυτές οι αρχές και προσωπικά πιστεύω ότι αν οι ίδιοι οι πολίτες αντιληφθούμε ότι ζούμε σε μια εποχή που πρωταρχικό ρόλο διαδραματίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και ότι η οποιασδήποτε μορφής βία στην οικογένεια δεν αποτελεί τη λύση για άλλα προβλήματα, τότε μπορεί να μειωθούν οι περιπτώσεις κακοποίησης.