Αμέλεια κατά την άσκηση επαγγέλματος – Ομιλία στο Συνέδριο των Νοσηλευτών (Ιανουάριος 2005)

ΑΜΕΛΕΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ
(ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΤΩΝ ΝΟΣΗΛΕΥΤΩΝ)

Η αμέλεια σύμφωνα με τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο

1. Ο ορισμός της αμέλειας γενικά:

Αμέλεια συνίσταται

(α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή

(β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις,

Και στις δύο περιπτώσεις θα πρέπει εξαιτίας αυτής της αμέλειας να έχει προκληθεί ζημιά. (1) άρθρο 51, εδ.1 Κεφ.148.

Υποχρέωση, να μην επιδεικνύεται αμέλεια υφίσταται στην περίπτωση που πρόσωπο που ασκεί με αμοιβή ή άλλως πως επάγγελμα, επιτήδευμα ή ασχολία ή παρέχει υπηρεσίες σε άλλο πρόσωπο υπέχει τέτοια υποχρέωση, έναντι κάθε προσώπου, επί του οποίου ή επί της ιδιοκτησίας του ασκεί το επάγγελμα ή επιτήδευμα ή ασχολία ή προς τον οποίο παρέχει την υπηρεσία. (2) άρθρο 51, εδ. 2 (ε)

Το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, αναφέρεται στην αμέλεια και κωδικοποιεί όχι όμως εξαντλητικά το Αγγλικό Κοινοδίκαιο το οποίο ισχύει και στην Κύπρο με βάσει το άρθρο 29 (1) (γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. (3) Αλέξανδρος Πάικκος ν. Αντώνης Κοντεμενιώτης (1989) 1 C.L.R, σελ. 50

Το καθήκον ενός προσώπου να μην είναι αμελής έχει βασικά διατυπωθεί από τον Lord Atkins στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson (1932) Appeal Case 562, σελ.580, η οποία θεωρείται αυθεντία επί του θέματος. Η διατύπωση του όρου της αμέλειας όπως έχει ερμηνευτεί σ’αυτήν την υπόθεση υιοθετήθηκε κατ’επανάληψη από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο. (4) «Αμέλεια Γενικά» Σημειώσεις διαλέξεων για ασκούμενους δικηγόρους του Έντιμου Δικαστή κ. Μιχαλάκη Φωτίου

Ενδεικτικά στην απόφαση της υπόθεσης Στραμάρκο Λτδ ν. Πέτρου Μιχαήλ, το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει ότι «αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου περί Αστικών Αδικημάτων που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο Εναγόμενος (δηλαδή αυτός που ενάγεται για αμέλεια). Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας την οποία όφειλε να καταβάλει ο Εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλεια πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα.» (5) Στραμάρκο Λτδ ν. Πέτρος Μιχαήλ, (1989) 1 Α.Α.Δ, σελ. 453

2. Ειδικότερα η επίδειξη αμέλειας από επαγγελματία

Η απόφαση στην υπόθεση Κυριακή Σ. Αθανασίου και άλλος, ως Διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Αθανασίου, αποβιώσαντος ν. Αντώνη Κουνούνη αναφέρεται στο καθήκον κάθε ειδικευμένου επαγγελματία και συγκεκριμένα το Ανώτατο Δικαστήριο επισημαίνει ότι «το καθήκον κάθε ειδικευμένου επαγγελματία (πρακτήρα), προς πρόσωπο, το οποίο βασιζόμενο στη δεξιότητά του περιέρχεται υπό την φροντίδα του, προσδιορίζεται περιεκτικά στην απόφαση Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority (1983) 2 All E.R. σελ. 245. Συνίσταται, στην στράτευση της γνώσης και την επίδειξη της επιμέλειας που αναμένεται από πρόσωπο το οποίο κατέχει και διακηρύττει ότι κατέχει τη συγκεκριμένη δεξιότητα» (6) Κυριακή Σ. Αθανασίου και άλλος, ως Διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Αθανασίου, αποβιώσαντος ν. Αντώνη Κουνούνη (1997), 1 Α.Α.Δ, σελ. 614

Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε ιατρική αμέλεια όμως τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά με το καθήκον επιμέλειας ισχύουν στην περίπτωση κάθε επαγγελματία συμπεριλαμβανομένου και του νοσηλευτή.

Σε γενικές γραμμές θα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της επίδειξης της αμέλειας και της πρόκλησης ζημιάς, η αμέλεια, όπως έχω ήδη αναφέρει την ερμηνεία της, να είναι η αιτία πρόκλησης ζημιάς.

3. Δικαίωμα καταχώρησης αγωγής και αξίωσης αποζημιώσεων:

Για την πρόκληση ζημιάς λόγω αμέλειας δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια. (7) Άρθρο 51, εδ. 1 Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148

(α) Αγωγή για αποζημιώσεις για πρόκληση θανάτου λόγω αμέλειας:

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου συνεπεία αμέλειας το οποίο αν δεν επακολουθούσε ο θάνατος θα παρείχε στο πρόσωπο αυτό το δικαίωμα να εγείρει αγωγή και να εισπράξει αποζημιώσεις εξαιτίας της αμέλειας, το πρόσωπο αυτό θα το οποίο θα ευθυνόταν για την αμέλεια αν δεν επακολουθούσε ο θάνατος, θα είναι υπόχρεο για την καταβολή αποζημιώσεων και σε τέτοια περίπτωση η αγωγή εγείρεται προς όφελος των εξαρτωμένων του αποβιώσαντος. (8) Άρθρο 58, εδ. 1 και 2 Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148

Αγωγή που εγείρεται για την πρόκληση θανάτου λόγω αμέλειας, μπορεί να συνίσταται από αξίωση ή να περιλαμβάνει αξίωση για αποζημιώσεις λόγω της απώλειας (bereavement) (9) Άρθρο 58, εδ. 7 Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 η οποία ανέρχεται στο ποσό των 10.000 (10) Άρθρο 58, εδ. 9 Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148

Περαιτέρω, στην αγωγή δύνανται να επιδικαστούν τέτοιες αποζημιώσεις, άλλες από τις αποζημιώσεις λόγω απώλειας, οι οποίες αναλογούν προς τη ζημιά η οποία προκύπτει από το θάνατο στους εξαρτώμενους (11) Άρθρο 58, εδ. 15 Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 καθώς και έξοδα κηδείας ενδεχομένως υποστούν οι εξαρτώμενοι. (12) Άρθρο 58, εδ. 17 Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148.

Στην περίπτωση πρόκλησης θανάτου λόγω αμέλειας ο Νόμος θέτει προθεσμία στην καταχώρηση αγωγής η οποία είναι τρία (3) χρόνια από το θάνατο του αποβιώσαντος (13) Άρθρο 58, εδ. 20 Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148

(β) Αγωγή για αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης λόγω αμέλειας:

Σε αγωγή που εγείρεται για αποζημιώσεις για σωματική βλάβη που προκλήθηκε λόγω της αμέλειας το πρόσωπο το οποίο υπέστη τη σωματική βλάβη δύναται με αγωγή να διεκδικήσει από τον υπαίτιο αμέλειας ειδικές αποζημιώσεις οι οποίες περιλαμβάνουν τα έξοδα τα οποία υπέστη το πρόσωπο που υπέστη τη σωματική βλάβη λόγω της σωματικής βλάβης στα οποία περιλαμβάνεται και οποιαδήποτε απώλεια εισοδημάτων από εργασία ή άλλη πηγή που λόγω της προκληθείσας σωματικής βλάβης δεν εισπράττονται ή έχουν μειωθεί. Περαιτέρω, δύναται να διεκδικήσει και γενικές αποζημιώσεις οι οποίες περιλαμβάνουν αποζημιώσεις για πόνο και ταλαιπωρία η οποία έχει προκληθεί ή θα προκληθεί στο μέλλον λόγω της σωματικής βλάβης. Στις γενικές αποζημιώσεις μπορούν να περιληφθούν και αποζημιώσεις για μείωση της διάρκειας της ζωής του προσώπου εξαιτίας της σωματικής βλάβης που υπέστη. (14) Άρθρο 57Α, εδ. 1(α) Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148

Κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί εξαιτίας αμέλειας δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη οποιοδήποτε ποσό

(α) το οποίο πληρώθηκε ή πρέπει να πληρωθεί στον Ενάγοντα βάσει σύμβασης ασφάλειας ή ασφάλισης σε σχέση με την αμέλεια

(β) το οποίο καταβλήθηκε ή το οποίο πρέπει να καταβληθεί από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως παροχή ή επίδομα σε ασφαλισμένο πρόσωπο συνεπεία των ιδίων περιστάσεων οι οποίες δημιουργούν τη νομική υποχρέωση για αποζημίωση σε σχέση με την αμέλεια. (15) Άρθρο 65 Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148

Σε οποιαδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία για την είσπραξη αποζημιώσεων για σωματική βλάβη ή θάνατο συνεπεία αμέλειας το Δικαστήριο επιδικάζει, εκτός αν είναι ικανοποιημένο ότι συντρέχουν ειδικοί περί του αντιθέτου λόγοι, τόκο ύψους 8% ετησίως, αναφορικά με ολόκληρο ή μέρος του ποσού των αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί, για ολόκληρη ή για μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. (16) Άρθρο 58Α Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148

4. Βάρος απόδειξης:

Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται ότι ο Ενάγων στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η επέλευση του συμβάντος που προκάλεσε τη ζημιά συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια παρά προς την καταβολή τέτοιας επιμέλειας, ο Εναγόμενος φέρει το βάρος της απόδειξης του ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά. (17) Άρθρο 55 (α) Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148

5. Η αρχή Res Ipsa Loquitor

Σύμφωνα με την απόφαση της υπόθεσης Lloyde v. West Midland Gas Board η εν λόγω αρχή σημαίνει ότι ο Ενάγων αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως αμέλεια όπου:

(α) Δεν είναι δυνατόν για τον ίδιο να αποδείξει επακριβώς ποια ήταν η σχετική πράξη ή παράλειψη η οποία έθεσε σε κίνηση τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην ζημιά, πλην όμως

(β) με βάση τη μαρτυρία όπως υφίσταται κατά τον σχετικό χρόνο είναι πιο πιθανό παρά μη πιθανό ότι η αποφασιστική αιτία της ζημιάς ήταν κάποια πράξη ή παράλειψη του Εναγομένου ή κάποιου για τον οποίο ο Εναγόμενος είναι υπεύθυνος, η οποία πράξη ή παράλειψη συνιστά παράλειψη να λάβει την κατάλληλη φροντίδα για την ασφάλεια του Ενάγοντα. (18) (1971) All E.R. 1240, 1246

Η επίκληση του Res Ipsa Loquitor είναι παραδεκτή μόνο εκεί όπου γεγονός ή γεγονίτα τα οποία προκάλεσαν τη ζημιά τελούσαν υπό τον έλεγχο του Εναγομένου.

Όπου τα γεγονότα τα οποία επέφεραν τη βλάβη (ζημιά) είναι γνωστά, η εξωτερική τους υφή δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο υποθέσεων και συμπερασμάτων. Η λύση συναρτάται με την απόδειξη των γεγονότων, τα οποία προβάλλει ο Ενάγων, και τις κατά Νόμο συνέπειές τους, δηλαδή, κατά πόσο στοιχειοθετούν αμέλεια.

Προυπόθεση για την εφαρμογή του Res Ipsa Loquitor αποτελεί η αιτιώδης σχέση μεταξύ του συμβάντος και της ζημιάς η οποία προκαλείται.

Υποδεικνύεται ότι το Res Ipsa Loquitor δεν τυγχάνει εφαρμογής όπου ο Ενάγων επιχειρεί με την προσαγωγή μαρτυρίας πραγματογνωμόνων να αποδείξει αμέλεια. (19) Πέτρου κ.α. ν. Θεμιστοκλέους Πολ. Εφ. 11116, 23.10.2003

Για παράδειγμα προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής Res Ipsa Loquitor είναι αναμφιβόλως η απόδειξη του γεγονότος ότι ο ασθενής ήταν υγιής και ότι η νάρκωση αποτελεί ουδέτερο γεγονός το οποίο δεν επενεργεί στην υγεία χειρουργούμενου οπόταν ο θάνατος εύλογα αποδίδεται σε αιτία που σχετιζόταν με τη δεξιότητα του γιατρού και την επιμέλεια που επιδεικνύεται κατά την εγχείρηση. (20) Αθανασίου ν. Κουκούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614

Στην περίπτωση ισχύος της αρχής Res Ipsa Loquitor, το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στους ώμους του Εναγομένου ο οποίος οφείλει να το αποσείσει.

6. Ειδικές υπερασπίσεις:

(α) Η αρχή novus actus interveniens:

Σε αγωγή που εγείρεται για αμέλεια συνιστά υπεράσπιση, ανεξάρτητα του ότι ο Εναγόμενος απέδειξε αμέλεια το ότι κάποιος τρίτος επέδειξε αμέλεια, και η αμέλεια που επιδείχτηκε από τον τρίτο ήταν η αποφασιστική αιτία της ζημιάς. (21) Άρθρο 56 (α) Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148

Σύμφωνα με την απόφαση στις Πολιτικές Εφέσεις 10510, 10507 και 10508, ημερομηνίας 16.10.2001 «το θέμα αφορά στην αιτιώδη συνάφεια της αμέλειας του Εναγομένου και της ζημιάς και αυτό επιλύεται με αναφορά στο κατά πόσο αυτή η συνάφεια, στο πλαίσιο των γεγονότων, διακόπηκε, όπως εξηγήθηκε στην The Oropesa (1943) 1 All ER 211 από κάτι το αυτόβουλο, παράλογο ή εξωγενές που διαταράσσει τη σειρά των γεγονότων… Και όπως λέχθηκε στην Impress (worcester) Ltd v. Rees (1971) 2 All ER, 357 με βάση τις γενικές αρχές της αιτιώδους συνάφειας, το ερώτημα είναι κατά πόσο η παρεμβληθείσα αιτία ήταν τόσο δυνατής φύσης ώστε η συμπεριφορά των εφεσειόντων σε εκείνη την περίπτωση, δεν ήταν καθόλου αιτία αλλά απλώς μέρος των περιβαλλουσών περιστάσεων… Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα είναι πραγματικό και συνίσταται στο κατά πόσο, κάτω από τις περιστάσεις η παρεμβληθείσα ενέργεια ή παράλειψη διέκοψε την αιτιώδη συνάφεια της αμέλειας του Εναγομένου προς το τελικό αποτέλεσμα»

(β) Η επέλευση ασυνήθιστου φυσικού συμβάντος:

Σε αγωγή που εγείρεται για αμέλεια συνιστά υπεράσπιση, ανεξάρτητα του ότι ο Εναγόμενος απέδειξε αμέλεια το ότι η ζημιά οφειλόταν στην επέλευση ασύνηθους φυσικού συμβάντος απρόβλεπτου για το λογικό άνθρωπο και του οποίου οι συνέπειες δεν μπορούσαν να αποτραπούν με την καταβολή εύλογης επιμέλειας. (22) Άρθρο 56 (β) Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148

(γ) Η γνώση του Ενάγοντα για την πρόκληση της ζημιάς:

Σε αγωγή που εγείρεται για αμέλεια συνιστά υπεράσπιση το ότι ο Ενάγον είχε γνώση και αντίληψη ή πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει γνώση και αντίληψη της κατάστασης πραγμάτων που προκαλεί τη ζημιά και ότι εκούσια εξέθεσε τον εαυτό του σ’αυτήν.

Στην περίπτωση όμως που η αμέλεια οφειλόταν στη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που επιβάλλεται στον Εναγόμενο από οποιοδήποτε νομοθέτημα, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί υπεράσπιση.

Περαιτέρω, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί υπεράσπιση όταν την ζημιά υπέστη παιδί το οποίο δεν συμπλήρωσε το δωδέκατο έτος της ηλικίας του καθότι δεν θεωρείται ικανό να έχει γνώση ή αντίληψη τέτοιας κατάστασης πραγμάτων ή να εκθέτει εκούσια τον εαυτό του σ’ αυτήν. (23) Άρθρο 59 Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148

7. Καταμερισμός ευθύνης σε περίπτωση συντρέχουσας αμέλειας:

Αν η ζημιά προκλήθηκε συνεπεία εν μέρει πταίσματος αυτού που υπέστη τη ζημιά, η αποζημίωση που πρέπει να του καταβληθεί μειώνεται κατά την έκταση κατά την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό της ευθύνης του στη ζημιά. (24) Άρθρο 57, εδ. 1 Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148

Περαιτέρω, αν πρόσωπο υποστεί ζημιά συνεπεία αμέλειας οποιοιδήποτε συναδικοπραγήσαντες που υπέχουν ευθύνη σε σχέση με την εν λόγω ζημιά δύνανται να τύχουν συνεισφοράς από οποιοδήποτε άλλο αδικοπραγήσαντα, ο οποίος υπέχει ή αν ο Ενάγων επείχε, ευθύνη σε σχέση με τη ζημιά αυτή (25) Άρθρο 64, εδ.1 Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148

Με πιο απλά λόγια και στις δύο προαναφερόμενες περιπτώσεις το πρόσωπο το οποίο υπέστη τη ζημιά συνεπεία αμέλειας (είτε σωματική βλάβη, είτε απεβίωσε και εγείρουν αγωγή οι εξαρτώμενοί του μέσω του διαχειριστή της περιουσίας του), δηλαδή ο Ενάγων, δικαιούται να εγείρει αγωγή εναντίον οποιουδήποτε θεωρεί ότι υπέχει ευθύνη σε σχέση με τη ζημιά. Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι όλοι οι Εναγόμενοι ευθύνονται τότε καταμερίζει μεταξύ τους το ποσοστό ευθύνης, καθορίζει και το ύψος των αποζημιώσεων και το καταμερίζει στους Εναγομένους ανάλογα με το ποσοστό τους ευθύνης.

Στην περίπτωση που ο Ενάγων εγείρει αγωγή εναντίον ενός προσώπου για αποζημιώσεις για ζημιά συνεπεία αμέλειας και ο Εναγόμενος θεωρεί ότι υπέχει ευθύνη αποκλειστική ή συντρέχουσα και άλλο ή άλλα πρόσωπα, τότε δύναται με τη διαδικασία του τριτοδιάδικου να τα καταστήσει μέρος της αγωγής και να ζητήσει από το Δικαστήριο εκδώσει εναντίον τους απόφαση για συνεισφορά στο ποσό των αποζημιώσεων που θα επιδικαστούν υπέρ του Ενάγοντα αναλόγως και πάλι του ποσοστού ευθύνης που το Δικαστήριο θα κρίνει ότι υπέχουν.

8. Ποινική Ευθύνη:

(Α) Σε περίπτωση πρόκλησης θανάτου:

Άρθρο 205 Π.Κ:

1. Κάθε πρόσωπο το οποίο επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου με παράνομη πράξη ή παράλειψη είναι ένοχο του κακουργήματος της ανθρωποκτονία.

2. Παράνομη παράλειψη είναι εκείνη που συνιστά υπαίτια αμέλεια παράλειψης εκτέλεσης καθήκοντος αν και δεν υφίσταται πρόθεση πρόκλησης θανάτου.

3. Κάθε πρόσωπο το οποίο διαπράττει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου.

(Β) Σε περίπτωση πρόκλησης σωματικής βλάβης:

Άρθρο 237 Π.Κ: Όποιος διενεργεί παράνομα οποιοδήποτε πράξη ή παραλείπει να διενεργήσει πράξη την οποία έχει καθήκον να εκτελέσει, από την οποία πράξη ή παράλειψη προκαλείται σωματική βλάβη σε άλλο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.350,00 ή και στις δύο ποινές.

Scroll to Top